Ένα χειρουργείο είναι μια μικρή ή μεγάλη δοκιμασία, τόσο για τον ασθενή και το περιβάλλον του, όσο και για τον χειρουργό. Μια επιπλοκή κάνει αυτή τη δοκιμασία ακόμα μεγαλύτερη.

Γιατί όμως κάποιοι ασθενείς εμφανίζουν περιεγχειρητικές επιπλοκές και κάποιοι όχι; H εκπαίδευση, η εμπειρία και η ικανότητα του χειρουργού παίζουν σημαντικό ρόλο, όχι όμως πάντα.

Πώς γίνεται μεταξύ δύο ασθενών που χειρουργήθηκαν από τον ίδιο χειρουργό για την ίδια πάθηση, ο ένας να έχει εμπειρία επιπλοκής και ο άλλος να μην έχει;

Στην ιατρική έχουμε τους λεγόμενους προγνωστικούς παράγοντες. Είναι παράμετροι που καθορίζουν την πιθανότητα επιπλοκής.

Για παράδειγμα, δύο ασθενείς θα υποβληθούν σε επέμβαση αφαίρεσης της χοληδόχου κύστης. Ο ένας είναι 42 ετών, υγιής, καπνιστής επί 15 έτη, και είχε ένα επεισόδιο χολοκυστίτιδας, δηλαδή φλεγμονής στη χοληδόχο κύστη.

Ο άλλος είναι 75, με χρόνια πνευμονοπάθεια, σακχαρώδη διαβήτη και βαριά καρδιακή ανεπάρκεια και πέτρες στη χοληδόχο κύστη χωρίς συμπτώματα.

Ποιοι είναι οι προγνωστικοί παράγοντες εδώ; Το κάπνισμα, η πνευμονοπάθεια, ο σακχαρώδης διαβήτης, το ιστορικό χολοκυστίτιδας, η καρδιακή ανεπάρκεια και η ηλικία.

Στατιστικά, μπορούμε να εκτιμήσουμε τον κίνδυνο περιεγχειρητικών επιπλοκών. Συγκεκριμένα, ο πρώτος έχει πιθανότητα 1 τοις 100 για επιπλοκή, ενώ ο δεύτερος 8 τοις 100.

Αυτό δε σημαίνει ότι γνωρίζουμε για τον καθένα εάν θα έχει επιπλοκή ή όχι, και τι είδους επιπλοκή. Μπορούμε όμως να εκτιμήσουμε με μαθηματική ακρίβεια την πιθανότητα επιπλοκής. Έτσι, υπολογίζουμε τους κινδύνους και τα οφέλη της επέμβασης.

Δηλαδή μπορούμε να εκτιμήσουμε εάν για κάποιον αξίζει να υποβληθεί στους «κινδύνους» του χειρουργείου ή όχι.

Ιδανικά, η εκτίμηση αυτή γίνεται από κοινού με τον ασθενή. Πράγματι, στις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, η πιθανότητα της κάθε επιπλοκής συζητάται αναλυτικά με τους ασθενείς πριν από το χειρουργείο.

Στην Ελλάδα είμαστε πιο αισιόδοξοι και δεν προτιμούμε να ακούμε για την πιθανότητα επιπλοκής. Γι’ αυτό εκτιμούμε ως επαγγελματίες υγείας εάν οι ασθενείς και το περιβάλλον θέλουν να ενημερωθούν για όλες τις παραμέτρους που λαμβάνουμε υπόψιν.

Ως ιατρική κοινότητα, εργαζόμαστε στην κατεύθυνση ελαχιστοποίησης των επιπλοκών. Τεράστια πρόοδος έχει σημειωθεί με αναισθησιολογικές και χειρουργικές μεθόδους (π.χ., λαπαροσκοπική χειρουργική), νέα εργαλεία, συσκευές κλπ. Πλέον, η πρόοδος συνεχίζει να επιτελείται, αλλά με μικρό περιθώριο: η περισσότερη δουλειά έχει γίνει.

Οι χειρουργοί έχουμε μάθει να πορευόμαστε με τη σκιά τής πιθανότητας επιπλοκής. Η διαχείρισή της, ιατρική και ψυχολογική, δείχνει επαγγελματική ωριμότητα. Επίσης, σε μία ψυχοφθόρο διαδικασία, διαχειριζόμαστε και τον ψυχισμό του ασθενούς και του περιβάλλοντος: θετική προδιάθεση συντελεί σε καλή έκβαση.

Εκτιμώ ότι η ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων δε θα επιτρέψει τη διάθεση πλήρους προεγχειρητικής ενημέρωσης ως ρουτίνα στην ιατρική πράξη. Όμως είμαι αισιόδοξος αναφορικά με την αλλαγή κουλτούρας και με την κατανόηση του εγγενούς κινδύνου επιπλοκής ως απότοκη οποιουδήποτε ιατρικού χειρισμού.