
Η διαφραγματοκήλη, δηλαδή η πρόπτωση του στομάχου στη θωρακική κοιλότητα, είναι μία συνήθης κατάσταση, η οποία πολύ συχνά είναι ασυμπτωματική. Δηλαδή, ένας άνθρωπος μπορεί να έχει διαφραγματοκήλη και να μη το γνωρίζει.
Οι παράγοντες που καθορίζουν την αντιμετώπιση είναι πολλοί, και περιλαμβάνουν τα συμπτώματα, το μέγεθος, την ηλικία, τη συννοσηρότητα, και εν γένει το ιατρικό και χειρουργικό ιστορικό του ασθενούς.
Oι διαφραγματοκήλες κατατάσσονται σε κατηγορίες, αναλόγως του μεγέθους τους.
Μικρού μεγέθους: Οι μικρές διαφραγματοκήλες (2-3cm) συχνά δεν προκαλούν συμπτώματα και τότε δε χρήζουν αντιμετώπισης. Μπορεί όμως να προκαλούν οπισθοστερνικό καύσο (καούρες), αναγωγές, ερυγές, και ποικίλα δυσπεπτικά ενοχλήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ακολουθεί διαγνωστικός έλεγχος και, εάν τεκμηριωθεί ότι τα συμπτώματα οφείλονται στην παλινδρόμηση, τότε ο ασθενής έχει την επιλογή φαρμακευτικής αντιμετώπισης ή χειρουργικής επέμβασης. Οι περισσότεροι ασθενείς προτιμούν τη φαρμακευτική αντιμετώπιση. Ένα μέρος αυτών διακόπτουν την αγωγή για πολλούς λόγους, και στους περισσότερους τα συμπτώματα υποτροπιάζουν. Εάν ο ασθενής είναι ικανοποιημένος με χρόνια φαρμακευτική αγωγή, τότε δε συνιστάται επέμβαση. Εάν όμως δεν επιθυμεί χρόνια αγωγή, ή η αγωγή δεν ελέγχει όλα τα συμπτώματα και τα συμπτώματα επηρεάζουν την ποιότητα ζωής του ασθενούς, τότε συνιστάται επέμβαση.
Μεγάλου μεγέθους: Αυτές οι διαφραγματοκήλες είναι στις περισσότερες περιπτώσεις συμπτωματικές. Μπορεί να προκαλούν κλασικά συμπτώματα και σημεία παλινδρόμησης (καύσο, αναγωγές, ερυγές, επιγαστραλγία, αδυναμία κατάκλισης μετά το γεύμα), αλλά συχνά τα συμπτώματα είναι άτυπα, και ο ασθενής δεν αντιλαμβάνεται ότι οφείλονται στη διαφραγματοκήλη. Τα άτυπα συμπτώματα περιλαμβάνουν νυκτερινό και πρωινό βήχα, βράγχος φωνής, απόχρεμψη, αδυναμία λόγω χρόνιας αναιμίας, αρρυθμίες, και άλλα. Σε αυτούς τους ασθενείς συνιστούμε σχεδόν πάντα χειρουργική αποκατάσταση. Ακόμα και εάν κρίνεται ότι είναι ασυμπτωματικοί, θεωρείται πολύ πιθανόν οι ασθενείς αυτοί να εμφανίσουν συμπτώματα προϊόντος του χρόνου. Είναι προτιμητέο οι ασθενείς αυτοί να χειρουργούνται σε νεότερη ηλικία, οπότε ο αναισθησιολογικός κίνδυνος είναι αρκούντως χαμηλός και δεν υπερκερνά τα αναμενόμενα οφέλη.
Μετρίου μεγέθους: Η αντιμετώπιση των ασθενών με μετρίου μεγέθους διαφραγματοκήλη εξαρτάται από την παρουσία συμπτωμάτων, την ηλικία και τη λειτουργικότητα του ασθενούς, και τις προτιμήσεις του. Επιδημιολογικά δεδομένα αναδεικνύουν αύξηση του μεγέθους της διαφραγματοκήλης προϊόντος του χρόνου. Με αυτό το δεδομένο, είναι προτιμητέα εν γένει η χειρουργική αντιμετώπιση, αλλά η απόφαση λαμβάνεται έπειτα από αξιολόγηση του ιατρικού, χειρουργικού και κοινωνικού ιστορικού του ασθενούς.
Συνοπτικά, οι πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ενδοσκοπικής Χειρουργικής, των οποίων ο υπογράφων είχε την τιμή να φέρει την ευθύνη κατάρτισης, με τη συμμετοχή χειρουργών, γαστρεντερολόγων και εκπροσώπων ασθενών, συνιστούν χειρουργική αντιμετώπιση για συμπτωματικές και ασυμπτωματικές μεγάλες διαφραγματοκήλες, αλλά σε ασθενείς υψηλού αναισθησιολογικού κινδύνου, συνιστούν συντηρητική αντιμετώπιση.

